γεωστατικός
•
- για τεχνητό δορυφόροπου έχει γεωσύγχρονη τροχιά ώστε να φαίνεται στατικός από την Γη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεωστατικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γεωστατικός | γεωστατική | γεωστατικό |
| Γενική | γεωστατικού | γεωστατικής | γεωστατικού |
| Αιτιατική | γεωστατικό | γεωστατική | γεωστατικό |
| Κλητική | γεωστατικέ | γεωστατική | γεωστατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γεωστατικοί | γεωστατικές | γεωστατικά |
| Γενική | γεωστατικών | γεωστατικών | γεωστατικών |
| Αιτιατική | γεωστατικούς | γεωστατικές | γεωστατικά |
| Κλητική | γεωστατικοί | γεωστατικές | γεωστατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →