Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεωτουρισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςσύγχρονη μορφή εναλλακτικού τουρισμού που προσελκύει επισκέπτες σε περιοχές με ιδιαίτερο γεωλογικό ενδιαφέρον και γεωποικιλότητα Βικιλεξικό
    • Ο Γεωτουρισμός ή Γεωλογικός Τουρισμός είναι μια, σχετικά πρόσφατη, εναλλακτική και πρωτοποριακή μορφή τουρισμού που έχει ως κύριο στόχο την προβολή των γεωτόπων και των στοιχείων της γεωποικιλότητας. Μέσω του γεωτουρισμού προωθείται η επίσκεψη σε θέσεις γεωτόπων, η εξοικείωση και η ευαισθητοποίηση του κοινού με την έννοια της γεωδιατήρησης, η παρατήρηση του τοπίου καθώς και η εκμάθηση των γεωλογικών και γεωμορφολογικών διεργασιών που διενήργησαν και συνέβαλαν στο σχηματισμό των γεωμορφών αυτών. Ο γεωτουρισμός προσφέρει στους τουρίστες την απόκτηση γνώσης σε συνδυασμό με την παρατήρηση και την αισθητική εκτίμηση των τοπίων, των γεωλογικών και των γεωμορφολογικών σχηματισμών.

Ετυμολογία

γεωτουρισμός (νεολογισμός) < (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική geotourism). Μορφολογικά αναλύεται σε γεω- + τουρισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγεωτουρισμόςγεωτουρισμοί
Γενικήγεωτουρισμούγεωτουρισμών
Αιτιατικήγεωτουρισμόγεωτουρισμούς
Κλητικήγεωτουρισμέγεωτουρισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →