Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεωτρητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την γεώτρηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γεωτρητικός < γεώτρηση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγεωτρητικόςγεωτρητικήγεωτρητικό
Γενικήγεωτρητικούγεωτρητικήςγεωτρητικού
Αιτιατικήγεωτρητικόγεωτρητικήγεωτρητικό
Κλητικήγεωτρητικέγεωτρητικήγεωτρητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγεωτρητικοίγεωτρητικέςγεωτρητικά
Γενικήγεωτρητικώνγεωτρητικώνγεωτρητικών
Αιτιατικήγεωτρητικούςγεωτρητικέςγεωτρητικά
Κλητικήγεωτρητικοίγεωτρητικέςγεωτρητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →