γεωτρητικός
•
- που έχει σχέση με την γεώτρηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεωτρητικός < γεώτρηση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γεωτρητικός | γεωτρητική | γεωτρητικό |
| Γενική | γεωτρητικού | γεωτρητικής | γεωτρητικού |
| Αιτιατική | γεωτρητικό | γεωτρητική | γεωτρητικό |
| Κλητική | γεωτρητικέ | γεωτρητική | γεωτρητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γεωτρητικοί | γεωτρητικές | γεωτρητικά |
| Γενική | γεωτρητικών | γεωτρητικών | γεωτρητικών |
| Αιτιατική | γεωτρητικούς | γεωτρητικές | γεωτρητικά |
| Κλητική | γεωτρητικοί | γεωτρητικές | γεωτρητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →