Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεώμηλον

/ʝeˈo.mi.lon/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. καθαρεύουσατο γεώμηλο· κοινώς πατάτα, το φυτό στρύχνος ο κονδυλόρριζος (Solanum tuberosum) Βικιλεξικό
    • 1828 ⌘ Γρηγόριος Παλαιολόγος, Ἑρμηνεία τῆς καλλιεργείας τοῦ γεωμήλου καὶ τῶν ὠφελιμοτέρων αὐτοῦ χρήσεων, Ἐν Παρισίοις, ἐκ τῆς τυπογραφίας τοῦ Φιρμίνου Διδότου, σελ. 7
  2. κατ’ επέκτασηο εδώδιμος υπόγειος κόνδυλος του φυτού αυτού Βικιλεξικό
    • 1828 ⌘ Γρηγόριος Παλαιολόγος, Ἑρμηνεία τῆς καλλιεργείας τοῦ γεωμήλου καὶ τῶν ὠφελιμοτέρων αὐτοῦ χρήσεων, Ἐν Παρισίοις, ἐκ τῆς τυπογραφίας τοῦ Φιρμίνου Διδότου, σελ. 8

Ετυμολογία

γεώμηλον < γεώ- (γῆ) + μῆλον, απόδοση για τη γαλλική pomme de terre. Η λέξη μαρτυρείται από το 1828, πλασθείσα από τον Γρηγόριο Παλαιολόγο, για το φερώνυμο έργο «Ἑρμηνεία τῆς καλλιεργείας τοῦ γεωμήλου καὶ τῶν ὠφελιμοτέρων αὐτοῦ χρήσεων». Ο Παλαιολόγος εξέδωσε το έργο κατά την διάρκεια σπουδών γεωργίας σε πανεπιστήμιο του Παρισιού. : ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: γεώμηλο

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →