γεώφυτα
•
- βοτανικήφυτά που περνούν την περίοδο δυσμενών συνθηκών (π.χ. ψύχος ή ξηρασία) διατηρώντας τα όργανα επιβίωσής τους κάτω από το έδαφος, όπως βολβούς, κονδύλους ή ριζώματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεώφυτα < γεω- + φυτά (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική géophytes)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γεώφυτα | γεώφυτα |
| Γενική | — | γεώφυτων |
| Αιτιατική | — | γεώφυτα |
| Κλητική | — | γεώφυτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →