Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γηπεδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το γήπεδο ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
  2. σπάνιοπου σχετίζεται με μεγάλο, συνήθως αδόμητο, οικόπεδο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γηπεδικός < γήπεδο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγηπεδικόςγηπεδικήγηπεδικό
Γενικήγηπεδικούγηπεδικήςγηπεδικού
Αιτιατικήγηπεδικόγηπεδικήγηπεδικό
Κλητικήγηπεδικέγηπεδικήγηπεδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγηπεδικοίγηπεδικέςγηπεδικά
Γενικήγηπεδικώνγηπεδικώνγηπεδικών
Αιτιατικήγηπεδικούςγηπεδικέςγηπεδικά
Κλητικήγηπεδικοίγηπεδικέςγηπεδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →