γηπεδικός
•
- που έχει σχέση με το γήπεδο ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
- σπάνιοπου σχετίζεται με μεγάλο, συνήθως αδόμητο, οικόπεδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γηπεδικός < γήπεδο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γηπεδικός | γηπεδική | γηπεδικό |
| Γενική | γηπεδικού | γηπεδικής | γηπεδικού |
| Αιτιατική | γηπεδικό | γηπεδική | γηπεδικό |
| Κλητική | γηπεδικέ | γηπεδική | γηπεδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γηπεδικοί | γηπεδικές | γηπεδικά |
| Γενική | γηπεδικών | γηπεδικών | γηπεδικών |
| Αιτιατική | γηπεδικούς | γηπεδικές | γηπεδικά |
| Κλητική | γηπεδικοί | γηπεδικές | γηπεδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →