Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γηπεδοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γηπεδοποιώ, η επέκταση φαινομένων των γηπέδων, όπως η άκριτη στοίχιση πίσω από ομάδες, ο φανατισμός, ο χουλιγκανισμός, σε άλλους χώρους, πχ στην πολιτική ζωή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γηπεδοποίηση < γηπεδοποιώ + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγηπεδοποίησηγηπεδοποιήσεις
Γενικήγηπεδοποίησηςγηπεδοποιήσεων
Αιτιατικήγηπεδοποίησηγηπεδοποιήσεις
Κλητικήγηπεδοποίησηγηπεδοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →