γηραντικός
•
- που συμβάλλει ή συντελεί στη γήρανση Βικιλεξικό
- Το πρότυπο των διακοπών στα κοσμοπολίτικα νησιά, που προωθεί το ξενύχτι, τα πάρτι μέχρι το πρωί, τη μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ και τα λουκούλλεια γεύματα είναι, από ιατρικής πλευράς, γηραντικό. Και αυτό γιατί ο οργανισμός έχει μάθει να λειτουργεί κατά τη διάρκεια όλου του χρόνου σε διαφορετικούς ρυθμούς. (* enet.gr)
Ετυμολογία
γηραντικός < γήρανση + -τικός < αρχαία ελληνική γήρανσις < γῆρας
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γηραντικός | γηραντική | γηραντικό |
| Γενική | γηραντικού | γηραντικής | γηραντικού |
| Αιτιατική | γηραντικό | γηραντική | γηραντικό |
| Κλητική | γηραντικέ | γηραντική | γηραντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γηραντικοί | γηραντικές | γηραντικά |
| Γενική | γηραντικών | γηραντικών | γηραντικών |
| Αιτιατική | γηραντικούς | γηραντικές | γηραντικά |
| Κλητική | γηραντικοί | γηραντικές | γηραντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →