γητειά
•
- ξόρκι, μαγικό, γοητεία μάγισσας για να πετύχει κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γητειά < γητεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γητειά | γητειές |
| Γενική | γητειάς | γητειών |
| Αιτιατική | γητειά | γητειές |
| Κλητική | γητειά | γητειές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →