γηῶμα
•
- σπάνιοτο πρωινό γεύμα, ιδιάζουσα παρωχημένη γραφή του γιόμα ως μορφή του γεῦμα όπως στο Λεξικό του Βυζάντιου Σκαρλάτου Βικιλεξικό
- (μεσαιωνικά κυπριακά) Καλῶς μοὖρτεν τὸ μπούκκωμα· καλῶς μοὖρτεν τὸ γηῶμα.
Ετυμολογία
γηῶμα < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →