γιάπικος
•
- που έχει σχέση με γιάπη ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γιάπικος < γιάπης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γιάπικος | γιάπικη | γιάπικο |
| Γενική | γιάπικου | γιάπικης | γιάπικου |
| Αιτιατική | γιάπικο | γιάπικη | γιάπικο |
| Κλητική | γιάπικε | γιάπικη | γιάπικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γιάπικοι | γιάπικες | γιάπικα |
| Γενική | γιάπικων | γιάπικων | γιάπικων |
| Αιτιατική | γιάπικους | γιάπικες | γιάπικα |
| Κλητική | γιάπικοι | γιάπικες | γιάπικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →