Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γιάπικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με γιάπη ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γιάπικος < γιάπης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγιάπικοςγιάπικηγιάπικο
Γενικήγιάπικουγιάπικηςγιάπικου
Αιτιατικήγιάπικογιάπικηγιάπικο
Κλητικήγιάπικεγιάπικηγιάπικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγιάπικοιγιάπικεςγιάπικα
Γενικήγιάπικωνγιάπικωνγιάπικων
Αιτιατικήγιάπικουςγιάπικεςγιάπικα
Κλητικήγιάπικοιγιάπικεςγιάπικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →