γιέτι
•
- υποτιθέμενο ανθρωπομορφικό ον της λαϊκής παράδοσης των Ιμαλαΐων, περιγραφόμενο ως μεγαλόσωμο και τριχωτό πλάσμα που ζει σε ορεινές περιοχές και παραμένει ατεκμηρίωτο επιστημονικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γιέτι < αγγλική yeti < θιβετιανή གཡའ་དྲེད (αρκούδα των βράχων)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →