γιαίνω
•
- μεταβατικόθεραπεύω, γιατρεύω Βικιλεξικό
- αμετάβατοθεραπεύομαι, γίνομαι καλά μετά από αρρώστια ή τραυματισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γιαίνω < μεσαιωνική ελληνική γιαίνω < αρχαία ελληνική ὑγιαίνω < ὑγίεια < ὑγιής,(μακρός βίος)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γιαίνω | γιαίνεις | γιαίνει | γιαίνουμε | γιαίνετε | γιαίνουν / γιαίνουνε |
| Παρατατικός | έγιαινα | έγιαινες | έγιαινε | γιαίναμε | γιαίνατε | έγιαιναν / γιαίναν / γιαίνανε |
| Αόριστος | έγιανα | έγιανες | έγιανε | γιάναμε | γιάνατε | έγιαναν / γιάναν / γιάνανε |
| Μέλλοντας | θα γιάνω / θα γιαίνω | θα γιάνεις / θα γιαίνεις | θα γιάνει / θα γιαίνει | θα γιάνουμε / θα γιαίνουμε | θα γιάνετε / θα γιαίνετε | θα γιάνουν / θα γιάνουνε / θα γιαίνουν / θα γιαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω γιάνει | έχεις γιάνει | έχει γιάνει | έχουμε γιάνει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γιάνει | είχες γιάνει | είχε γιάνει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γιάνει / να γιάνω / να γιαίνω | να έχεις γιάνει / να γιάνεις / να γιαίνεις | να έχει γιάνει / να γιάνει / να γιαίνει | να έχουμε γιάνει / να γιάνουμε / να γιαίνουμε | να γιάνετε / να γιαίνετε | να γιάνουν / να γιάνουνε / να γιαίνουν / να γιαίνουνε |
| Προστακτική | — | γιάνε / γιαίνε | — | — | γιάντε / γιαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →