γιαβουκλούς
•
- μνηστήρας, αρραβωνιαστικός Βικιλεξικό
- αγαπητικός, γκόμενος Βικιλεξικό
- Είδα μες τους Ποδαράδες μια μικρή Πολίτισσα / γιαβουκλού μου να την κάνω εγώ την εζήτησα. (...) Σου το είπα και σ' το λέγω θέλω να 'χω εγώ πολλούς, / γιατί ένας σαν και σένα δε με φτάνει γιαβουκλούς. / Άφησε τους γιαβουκλούδες και πολλούς μην αγαπάς, / γιατί μες τους Ποδαράδες πέντε πιστολιές θα φας. (* στίχοι ρεμπέτικου τραγουδιού του Αντώνη Νταλγκά ή Διαμαντίδη)
- Σμυρνιοπούλα μερακλού, κάνε εμένα γιαβουκλού (στίχος από το τραγούδι «Η Μαρίτσα η Σμυρνιά» του Δημήτρη Σέμση)
Ετυμολογία
γιαβουκλούς < γιαβουκλού + -ς < (άμεσο δάνειο) τουρκική yavuklu
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γιαβουκλούς | γιαβουκλούδες |
| Γενική | γιαβουκλού | γιαβουκλούδων |
| Αιτιατική | γιαβουκλού | γιαβουκλούδες |
| Κλητική | γιαβουκλού | γιαβουκλούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →