γιαλέλι
•
- κρητικάτραγούδι Βικιλεξικό
- Αλεξανδριανή φελάχα πως μπερδεύτηκα, τ’ αράπικα σου μάτια ερωτεύτηκα. Αραπίνα με γλυκαίνεις, αχ, με το γιαλέλι κι απ’ τα χειλάκια σου στάζουνε μέλι.
- κρητικάιδιορρυθμία, ανυποχώρητη συμπεριφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γιαλέλι < (άμεσο δάνειο) τουρκική yalelli
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →