Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γιαλέλι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κρητικάτραγούδι Βικιλεξικό
    • Αλεξανδριανή φελάχα πως μπερδεύτηκα, τ’ αράπικα σου μάτια ερωτεύτηκα. Αραπίνα με γλυκαίνεις, αχ, με το γιαλέλι κι απ’ τα χειλάκια σου στάζουνε μέλι.
  2. κρητικάιδιορρυθμία, ανυποχώρητη συμπεριφορά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γιαλέλι < (άμεσο δάνειο) τουρκική yalelli

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →