Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γιαλί

/ʝaˈli/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αρχιτεκτονικήξύλινη έπαυλη στις ακτές του Βοσπόρου, η οποία χτιζόταν ακριβώς δίπλα στη θάλασσα Βικιλεξικό
    • Στο κατάστιχο του 1813, για παράδειγμα, εγγράφονται ποσά 8.795 γροσιών, που αφορούν την αγορά επίπλωσης και οικιακών σκευών για το νέο κονάκι· επί­σης, 1.300 γρόσια για ενοίκιο, κατά τους έξι καλοκαιρινούς μήνες, ενός γιαλιού, δηλαδή εξοχικής παραθαλάσσιας κατοικίας, του καπουτζοχαντάρη του Αλή, Χου­σεΐν μπέη, και 1.137 γρόσια που δαπανήθηκαν προκειμένου να μεταφερθεί εκεί η οικοσκευή του.

Ετυμολογία

γιαλί < (άμεσο δάνειο) τουρκική yalı < μεσαιωνική ελληνική γιαλός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγιαλίγιαλιά
Γενικήγιαλιούγιαλιών
Αιτιατικήγιαλίγιαλιά
Κλητικήγιαλίγιαλιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →