γιαούρτωμα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γιαουρτώνω Βικιλεξικό
- Το γιαούρτωμα ως αντίδραση. Το φαινόμενο να γιαουρτώνονται άτομα ξεκίνησε από νεαρά άτομα, τα οποία κατάγονταν από πλούσιες οικογένειες. Οι πρώτοι πυρήνες των νέων που γιαούρτωναν εμφανίστηκαν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 στην Αθήνα, σε περιοχές όπως η Κυψέλη, το Θησείο και το Μεταξουργείο. (*)
Ετυμολογία
γιαούρτωμα < γιαουρτώνω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γιαούρτωμα | γιαουρτώματα |
| Γενική | γιαουρτώματος | γιαουρτωμάτων |
| Αιτιατική | γιαούρτωμα | γιαουρτώματα |
| Κλητική | γιαούρτωμα | γιαουρτώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →