γιατάκι
•
- κρεβάτι, κατάλυμα, το οίκημα όπου μένει κάποιος Βικιλεξικό
- Σου λέω σ'κώθηκα απ' το γιατάκι και πήγα στο χωράφι και ξεβοτάνισα. Αλλά το 'κανα αράθυμος και βαρύς, ανόρεχτος, σα σκλάβος που τον έριξαν στανικά σε καταναγκασμό. (Θωμάς Ψύρρας, Άρτιο κατά παρέκκλιση, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)
Ετυμολογία
γιατάκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική yatak + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γιατάκι | γιατάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | γιατάκι | γιατάκια |
| Κλητική | γιατάκι | γιατάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →