γιατρέσα
•
- παρωχημένοη γυναίκα ιατρός, η γιατρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γιατρέσα < γιατρ(ός) + -έσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γιατρέσα | γιατρέσες |
| Γενική | γιατρέσας | — |
| Αιτιατική | γιατρέσα | γιατρέσες |
| Κλητική | γιατρέσα | γιατρέσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →