γιαχνίζω
•
- γαστρονομίαμαγειρεύω γιαχνί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γιαχνίζω < γιαχνί + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γιαχνίζω | γιαχνίζεις | γιαχνίζει | γιαχνίζουμε | γιαχνίζετε | γιαχνίζουν / γιαχνίζουνε |
| Παρατατικός | γιάχνιζα | γιάχνιζες | γιάχνιζε | γιαχνίζαμε | γιαχνίζατε | γιάχνιζαν / γιαχνίζαν / γιαχνίζανε |
| Αόριστος | γιάχνισα | γιάχνισες | γιάχνισε | γιαχνίσαμε | γιαχνίσατε | γιάχνισαν / γιαχνίσαν / γιαχνίσανε |
| Μέλλοντας | θα γιαχνίζω / θα γιαχνίσω | θα γιαχνίζεις / θα γιαχνίσεις | θα γιαχνίζει / θα γιαχνίσει | θα γιαχνίζουμε / θα γιαχνίσουμε | θα γιαχνίζετε / θα γιαχνίσετε | θα γιαχνίζουν / θα γιαχνίζουνε / θα γιαχνίσουν / θα γιαχνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γιαχνίσει | έχεις γιαχνίσει | έχει γιαχνίσει | έχουμε γιαχνίσει | έχετε γιαχνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γιαχνίσει | είχες γιαχνίσει | είχε γιαχνίσει | είχαμε γιαχνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γιαχνίσει / να γιαχνίζω / να γιαχνίσω | να έχεις γιαχνίσει / να γιαχνίζεις / να γιαχνίσεις | να έχει γιαχνίσει / να γιαχνίζει / να γιαχνίσει | να έχουμε γιαχνίσει / να γιαχνίζουμε / να γιαχνίσουμε | να έχετε γιαχνίσει / να γιαχνίζετε / να γιαχνίσετε | να γιαχνίζουν / να γιαχνίζουνε / να γιαχνίσουν / να γιαχνίσουνε |
| Προστακτική | — | γιάχνιζε / γιάχνισε | — | — | γιαχνίζετε / γιαχνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →