γιγάντεμα
•
- η αύξηση του μεγέθους σε πολύ μεγάλες διαστάσεις, είτε υλικές είτε μεταφορικά αν πρόκειται για αφηρημημένη έννοια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γιγάντεμα < γιγαντεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γιγάντεμα | γιγαντέματα |
| Γενική | γιγαντέματος | γιγαντεμάτων |
| Αιτιατική | γιγάντεμα | γιγαντέματα |
| Κλητική | γιγάντεμα | γιγαντέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →