Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γιγάντιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. άλλη μορφή του γιγαντιαίος Βικιλεξικό
    • Το πιο εντυπωσιακό πάντως από τα απόμακρα αντικείμενα που βρίσκουμε στον αστερισμό του Κενταύρου είναι αναμφισβήτητα ο γιγάντιος ελλειπτικός γαλαξίας Κένταυρος Α, γνωστός επίσης και με τον κωδικό «NGC 5128» (Διονύσης Π. Σιμόπουλος, Ο ουρανός της Ελλάδας: Καλοκαίρι, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)

Ετυμολογία

γιγάντιος < γιγαντιαίος αρχαία ελληνική γιγαντιαῖος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγιγάντιοςγιγάντιαγιγάντιο
Γενικήγιγάντιουγιγάντιαςγιγάντιου
Αιτιατικήγιγάντιογιγάντιαγιγάντιο
Κλητικήγιγάντιεγιγάντιαγιγάντιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγιγάντιοιγιγάντιεςγιγάντια
Γενικήγιγάντιωνγιγάντιωνγιγάντιων
Αιτιατικήγιγάντιουςγιγάντιεςγιγάντια
Κλητικήγιγάντιοιγιγάντιεςγιγάντια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →