γιγαντιαία
•
- στην ονομαστική του ενικού Βικιλεξικό
- στην αιτιατική του ενικού Βικιλεξικό
- στην κλητική του ενικού Βικιλεξικό
- γιγαντιαίο, στην ονομαστική του πληθυντικού Βικιλεξικό
- γιγαντιαίο, στην αιτιατική του πληθυντικού Βικιλεξικό
- γιγαντιαίο, στην κλητική του πληθυντικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
γιγαντιαίος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →