γιεγιές
•
- μειωτικόνεαρός της δεκαετίας του 1960 και του 1970 με μακριά μαλλιά και έξαλλο για την εποχή ντύσιμο, που ακούει ξένη ροκ μουσική Βικιλεξικό
- ώσπου στο τέλος αρκούντως μακρυμάλλης, γιεγιές κι αληταράς, γνώρισε το εβδομήντα, εβδομήντα ένα μια τρελιάρα που την παντρεύτηκε σε δυό μήνες κι αυτή ήταν η απαρχή μιας σταδιοδρομίας, τριών γάμων, τριών παιδιών και μιας μεσόκοπης μοναξιάς του φίλου μου του ακτινολόγου (Πάνος Θεοδωρίδης, Το ροκ των Μακεδόνων, εκδ. Ιανός, 1998, σελ. 145)
- Το κοινό βέβαια ήταν κάπως ανομοιογενές, γιατί δίπλα στους «γιεγιέδες» καθόντουσαν οι δικοί μας βαρύθυμοι και όλο γκρίνια. (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκης, 2025)
- Δέ βγάζουνε καθαρά λαϊκά τραγούδια. Βγάζουνε καθαρά λαϊκά γιεγιέδικα. Αὐτοὶ τώρα ποὺ γράφουν καὶ ποὺ εἶναι στὴν ἀκμή τους εἶναι γιεγιέδες καὶ τέτοια κάνουν. Δὲν εἶναι κανένα λαϊκὸ ὅπως εἶναι τὰ δικά μου. (Μάρκος Βαμβακάρης, Αυτοβιογραφία, εκδ. Παπαζήσης, 1973, σελ. 251)
Ετυμολογία
γιεγιές < (λόγιο δάνειο) γαλλική yéyé (είδος μουσικής της δεκαετίας 1960) + -ς < από το αγγλικό yeah-yeah αγγλικών τραγουδιών της εποχής Σημείωση Βικιλεξικού: Ενδεικτικά από τους στίχους του τραγουδιού των Beatles, "She loves you" του 1963: «She loves you, yeah, yeah, yeah»
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γιεγιές | γιεγιέδες |
| Γενική | γιεγιέ | γιεγιέδων |
| Αιτιατική | γιεγιέ | γιεγιέδες |
| Κλητική | γιεγιέ | γιεγιέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →