Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γιν

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φιλοσοφίαη ήπια και δεκτική αρχή της κινεζικής κοσμολογίας, που συνδέεται με τη γαλήνη, το σκοτάδι και τη στατικότητα και λειτουργεί συμπληρωματικά προς το ενεργό και φωτεινό γιανγκ Βικιλεξικό
    • Ο Δάσκαλος μίλησε για την περίφημη ισορροπία μεταξύ γιν και γιανγκ στο σύμπαν. Αυθόρμητα σήκωσα το χέρι και του είπα ότι ισορροπία δεν υπάρχει επειδή το Κακό δεν είναι ούτε γιν, ούτε γιανγκ· είναι μια τρίτη δύναμη, η οποία υπεισέρχεται στα πάντα και χαλά κάθε ισορροπία (Λιζέτα Βρανά, Απόλυτο Κακό (Βιβλίο Δεύτερο), Το Εσωτερικό Μονοπάτι, 2016)

Ετυμολογία

γιν < αγγλική yin < κινεζική 陰

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →