γινατεύω
•
- ιδιωματικόθυμώνω, οργίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γινατεύω < γινάτ(ι) + -εύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γινατεύω | γινατεύεις | γινατεύει | γινατεύουμε | γινατεύετε | γινατεύουν / γινατεύουνε |
| Παρατατικός | γινάτευα | γινάτευες | γινάτευε | γινατεύαμε | γινατεύατε | γινάτευαν / γινατεύαν / γινατεύανε |
| Αόριστος | γινάτευσα | γινάτευσες | γινάτευσε | γινατεύσαμε | γινατεύσατε | γινάτευσαν / γινατεύσαν / γινατεύσανε |
| Μέλλοντας | θα γινατεύσω / θα γινατεύω | θα γινατεύεις / θα γινατεύσεις | θα γινατεύει / θα γινατεύσει | θα γινατεύουμε / θα γινατεύσουμε | θα γινατεύετε / θα γινατεύσετε | θα γινατεύουν / θα γινατεύουνε / θα γινατεύσουν / θα γινατεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γινατεύσει | έχεις γινατεύσει | έχει γινατεύσει | έχουμε γινατεύσει | έχετε γινατεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γινατεύσει | είχες γινατεύσει | είχε γινατεύσει | είχαμε γινατεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γινατεύσει / να γινατεύσω / να γινατεύω | να έχεις γινατεύσει / να γινατεύεις / να γινατεύσεις | να έχει γινατεύσει / να γινατεύει / να γινατεύσει | να έχουμε γινατεύσει / να γινατεύουμε / να γινατεύσουμε | να έχετε γινατεύσει / να γινατεύετε / να γινατεύσετε | να γινατεύουν / να γινατεύουνε / να γινατεύσουν / να γινατεύσουνε |
| Προστακτική | — | γινάτευε / γινάτευσε | — | — | γινατεύετε / γινατεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →