γιουργιάρω
•
- ιδιωματικόορμάω, βάζω κάτι κάπου κάνοντας προσπάθεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γιουργιάρω < γιούργι(α) (γιούρια) + -άρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γιουργιάρω | γιουργιάρεις | γιουργιάρει | γιουργιάρουμε | γιουργιάρετε | γιουργιάρουν / γιουργιάρουνε |
| Παρατατικός | γιούργιαρα | γιούργιαρες | γιούργιαρε | γιουργιάραμε | γιουργιάρατε | γιουργιάραν / γιουργιάρανε / γιούργιαραν |
| Μέλλοντας | θα γιουργιάρω | θα γιουργιάρεις | θα γιουργιάρει | θα γιουργιάρουμε | θα γιουργιάρετε | θα γιουργιάρουν / θα γιουργιάρουνε |
| Υποτακτική | να γιουργιάρω | να γιουργιάρεις | να γιουργιάρει | να γιουργιάρουμε | να γιουργιάρετε | να γιουργιάρουν / να γιουργιάρουνε |
| Προστακτική | — | γιούργιαρε | — | — | γιουργιάρετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →