γιουρντίζω
•
- ιδιωματικόεπιτίθεμαι, ορμώ Βικιλεξικό
- Το βάζεις στο νού σου; Και να πείς πως ήτανε κάνα κουτάβι... Όχι. Ένας σκύλαρος δύο οργιές μάκρος. Σα δε γιούρντισε απάνου μου... Τύχη είχα. Τα ίδια μου κάνανε και πέρσι. (⌘ Μενέλαος Λουντέμης, Ένα παιδί μετράει τ' άστρα. [μυθιστόρημα], Αθήνα: Δίφρος, 1956)
- ιδιωματικόπροχωρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γιουρντίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →