Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γιουρντίζω

ρήμα
•
  1. ιδιωματικόεπιτίθεμαι, ορμώ Βικιλεξικό
    • Το βάζεις στο νού σου; Και να πείς πως ήτανε κάνα κουτάβι... Όχι. Ένας σκύλαρος δύο οργιές μάκρος. Σα δε γιούρντισε απάνου μου... Τύχη είχα. Τα ίδια μου κάνανε και πέρσι. (⌘ Μενέλαος Λουντέμης, Ένα παιδί μετράει τ' άστρα. [μυθιστόρημα], Αθήνα: Δίφρος, 1956)
  2. ιδιωματικόπροχωρώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γιουρντίζω < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →