γιουσουρούμ
•
- το κέντρο της Αθήνας με παλιατζίδικα Βικιλεξικό
- χαρακτηρισμός για κάτι παλιό, άχρηστο, άνευ αξίας Βικιλεξικό
- Είναι για το γιουσουρούμ.
Ετυμολογία
γιουσουρούμ < το επώνυμο ενός Εβραίου παλαιοπώλη Γιουσουρούμ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →