γιουφκάς
•
- γαστρονομίαλεπτό φύλλο για πίτες και μπουρέκια, από την τούρκικη κουζίνα Βικιλεξικό
- Τις πίτες τους οι Πολίτες τις κάνουν με το λεπτό, φρέσκο φύλλο γιουφκά
Ετυμολογία
γιουφκάς < τουρκική yufka + -ς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γιουφκάς | γιουφκάδες |
| Γενική | γιουφκά | γιουφκάδων |
| Αιτιατική | γιουφκά | γιουφκάδες |
| Κλητική | γιουφκά | γιουφκάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →