γιουχαϊσμός
•
- γιουχάισμα, το αποτέλεσμα και η ενέργεια του γιουχαΐζω, η εκδήλωση έντονης αποδοκιμασίας με γιούχα ή με ουουου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γιουχαϊσμός < γιουχαΐζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γιουχαϊσμός | γιουχαϊσμοί |
| Γενική | γιουχαϊσμού | γιουχαϊσμών |
| Αιτιατική | γιουχαϊσμό | γιουχαϊσμούς |
| Κλητική | γιουχαϊσμέ | γιουχαϊσμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →