Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γιοφύρι

/ʝoˈfi.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μεταφορικάγια έργο που δεν ολοκληρώνεται ποτέ, όπως στον λαϊκό θρύλο για το γιοφύρι της Άρτας κατά το δημοτικό τραγούδι («Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν») Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γιοφύρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γιοφύρι(ν) / γεφύριον < ελληνιστική κοινή γεφύριονυποκοριστικό για τηναρχαία ελληνική γέφυρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγιοφύριγιοφύρια
Γενικήγιοφυριούγιοφυριών
Αιτιατικήγιοφύριγιοφύρια
Κλητικήγιοφύριγιοφύρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →