γιούλι
•
- λουλούδιο μενεξές ή ο υάκινθος Βικιλεξικό
- μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες
- μαραμένα και τα γιασεμιά
- μαραμένες κι οι ελπίδες μου όλες
- στης καρδιάς μου τη μαύρη ερημιά
- (Αττίκ, στίχοι τραγουδιού σύνθεσής του, 1935)
Ετυμολογία
γιούλι < αρχαία ελληνική ἴον + -ούλι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γιούλι | γιούλια |
| Γενική | γιουλιού | γιουλιών |
| Αιτιατική | γιούλι | γιούλια |
| Κλητική | γιούλι | γιούλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →