γιούρο
•
- αθλητισμόςδημοφιλής ονομασία του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου εθνικών ομάδων, που διεξάγεται περιοδικά και αναδεικνύει την πρωταθλήτρια Ευρώπης Βικιλεξικό
- Θυμάστε, κυρία Μητροφάνη, εκείνη τη φοβερή χρονιά που τους πήραμε τα σώβρακα με το πρώτο βραβείο της Eurovision αλλά και με το Γιούρο της Πορτογαλίας, το Γιουρομπάσκετ και τους Ολυμπιακούς; (Γιώργος Δενδρινός, Πάει η μουστάρδα στην κρεμ μπρουλέ;, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
Ετυμολογία
γιούρο < αγγλική Euro # γιούρο < αγγλική euro
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →