γιούτα
•
- φυτόποώδες τροπικό φυτό του γένους Corchorus που καλλιεργείται για τον μακρύ, ανθεκτικό βλαστό του, από τον οποίο παράγονται τραχιές κλωστοϋφαντουργικές ίνες για σάκους, σχοινιά και υφάσματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γιούτα < γαλλική jute < μπενγκάλι ঝুট (jhuṭ) < σανσκριτική झूट (jhūṭa)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γιούτα | γιούτες |
| Γενική | γιούτας | γιουτών |
| Αιτιατική | γιούτα | γιούτες |
| Κλητική | γιούτα | γιούτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →