γιωτάς
•
- στρατιωτική αργκόαυτός που κατά τη θητεία του στον στρατό λαμβάνει κατάταξη σωματικής ικανότητας 3ης ή 4ης κατηγορίας (Ι3 και Ι4 αντίστοιχα, σε κλίμακα από 1 μέχρι 5), τα οποία δηλώνουν μειωμένες υποχρεώσεις ως στρατεύσιμου λόγω κάποιου προβλήματος υγείας, σωματικού, ψυχικού ή ψυχιατρικού Βικιλεξικό
- […] η συντριπτική πλειονότητα των γιωτάδων παριστάνει τους γιωτάδες για να αποφύγει τις κουραστικές ασκήσεις. Αυτοί είναι που παίρνουν στο λαιμό τους και τους αυθεντικούς γιωτάδες. […] Ο γιωτάς στο στρατό έφαγε το λιγότερο κρύο και έριξε το λιγότερο ξενύχτι από όλους τους υπόλοιπους φαντάρους
- μεταφορικάο τρελός, ο ψυχασθενής Βικιλεξικό
- μεταφορικάο ανίκανος, ο βλάκας Βικιλεξικό
- μεταφορικάο τεμπέλης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γιωτάς < γιώτ(α) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γιωτάς | γιωτάδες |
| Γενική | γιωτά | γιωτάδων |
| Αιτιατική | γιωτά | γιωτάδες |
| Κλητική | γιωτά | γιωτάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →