Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γιωτάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στρατιωτική αργκόαυτός που κατά τη θητεία του στον στρατό λαμβάνει κατάταξη σωματικής ικανότητας 3ης ή 4ης κατηγορίας (Ι3 και Ι4 αντίστοιχα, σε κλίμακα από 1 μέχρι 5), τα οποία δηλώνουν μειωμένες υποχρεώσεις ως στρατεύσιμου λόγω κάποιου προβλήματος υγείας, σωματικού, ψυχικού ή ψυχιατρικού Βικιλεξικό
    • […] η συντριπτική πλειονότητα των γιωτάδων παριστάνει τους γιωτάδες για να αποφύγει τις κουραστικές ασκήσεις. Αυτοί είναι που παίρνουν στο λαιμό τους και τους αυθεντικούς γιωτάδες. […] Ο γιωτάς στο στρατό έφαγε το λιγότερο κρύο και έριξε το λιγότερο ξενύχτι από όλους τους υπόλοιπους φαντάρους
  2. μεταφορικάο τρελός, ο ψυχασθενής Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάο ανίκανος, ο βλάκας Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάο τεμπέλης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γιωτάς < γιώτ(α) + -άς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγιωτάςγιωτάδες
Γενικήγιωτάγιωτάδων
Αιτιατικήγιωτάγιωτάδες
Κλητικήγιωτάγιωτάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →