γιωταχής
•
- προφορικόο οδηγός ή ο κάτοχος αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης (Ι.Χ.) και όχι ο οδηγός επαγγελματικού [όχημα|οχήματος]] Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γιωταχής < γιωταχί (από το αρκτικόλεξο Ι.Χ.) γιωταχ- + κατάληξη -ής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γιωταχής | γιωταχήδες |
| Γενική | γιωταχή | γιωταχήδων |
| Αιτιατική | γιωταχή | γιωταχήδες |
| Κλητική | γιωταχή | γιωταχήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →