Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γιόλο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. καλοπερασάκιας, ακρατής, που προβάλλει παράλληλα ως ηθικό έρεισμα και αξία το δικαίωμα στην ακραία καλοπέραση και τα άσκοπα ρίσκα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γιόλο < μεταφραστικό δάνειο απ' τ' αγγλικά: YOLO, yolo

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

γιόλο

επιφώνημα
•
  1. αργκό, αρκτικόλεξο ζεις μόνο μια φορά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γιόλο < μεταφραστικό δάνειο απ' τ' αγγλικά: YOLO, yolo

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →