γιόλο
•
- καλοπερασάκιας, ακρατής, που προβάλλει παράλληλα ως ηθικό έρεισμα και αξία το δικαίωμα στην ακραία καλοπέραση και τα άσκοπα ρίσκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γιόλο < μεταφραστικό δάνειο απ' τ' αγγλικά: YOLO, yolo
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →