γιώνω
•
- ιδίως για χάλκινα σκεύησκουριάζω, έχω υποστεί οξείδωση Βικιλεξικό
- για παλιό τοίχοπρασινίζω, χορταριάζω εδώ κι εκεί από την πολυκαιρία Βικιλεξικό
- μεταφορικάπρασινίζω από κρυφή ζήλια, μνησικακία Βικιλεξικό
- έγιωσε απ' τη ζήλια του
Ετυμολογία
γιώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γιώνω < αρχαία ελληνική ἰόομαι < ἰός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γιώνω | γιώνεις | γιώνει | γιώνουμε | γιώνετε | γιώνουν / γιώνουνε |
| Παρατατικός | έγιωνα | έγιωνες | έγιωνε | γιώναμε | γιώνατε | έγιωναν / γιώναν / γιώνανε |
| Αόριστος | έγιωσα | έγιωσες | έγιωσε | γιώσαμε | γιώσατε | έγιωσαν / γιώσαν / γιώσανε |
| Μέλλοντας | θα γιώνω / θα γιώσω | θα γιώνεις / θα γιώσεις | θα γιώνει / θα γιώσει | θα γιώνουμε / θα γιώσουμε | θα γιώνετε / θα γιώσετε | θα γιώνουν / θα γιώνουνε / θα γιώσουν / θα γιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γιώσει | έχεις γιώσει | έχει γιώσει | έχουμε γιώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γιώσει | είχες γιώσει | είχε γιώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γιώσει / να γιώνω / να γιώσω | να έχεις γιώσει / να γιώνεις / να γιώσεις | να έχει γιώσει / να γιώνει / να γιώσει | να έχουμε γιώσει / να γιώνουμε / να γιώσουμε | να γιώνετε / να γιώσετε | να γιώνουν / να γιώνουνε / να γιώσουν / να γιώσουνε |
| Προστακτική | — | γιώνε / γιώσε | — | — | γιώνετε / γιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →