γκάβακας
•
- στρατιωτική αργκόπροσφώνηση προς νεοσύλλεκτο ή γενικότερα μειωτική προσφώνηση (ψαρωμένου / φοβισμένου) φαντάρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκάβακας < γκαβ(ός) + -ακας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκάβακας | γκάβακες |
| Γενική | γκάβακα | — |
| Αιτιατική | γκάβακα | γκάβακες |
| Κλητική | γκάβακα | γκάβακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →