γκάγκαρος
•
- ο βέρος Αθηναίος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκάγκαρος < ιταλική ganghero (μάνταλο / μεντεσές)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκάγκαρος | γκάγκαροι |
| Γενική | γκάγκαρου / γκαγκάρου | γκαγκάρων |
| Αιτιατική | γκάγκαρο | γκάγκαρους / γκαγκάρους |
| Κλητική | γκάγκαρε | γκάγκαροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →