γκάου
•
- προφορικόχαζός, ανόητος, βλάκας Βικιλεξικό
- Η Μαρίνα σκούντησε τον Ερμή. «Δε σου το'λεγα εγώ; Όλοι γκάου είναι εδώ πέρα» (Χαρά Γιαννακοπούλου, Η τρίτη ευχή, εκδ. Πατάκη, 2016)
- Ναι ρε Ιφιγένεια, θα σ'το πω, κι ας με περάσεις για εντελώς γκάου. (Μαίρη Κόντζογλου, Περπάτα με τον άγγελό σου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- Από την άλλη πλευρά, ο κόσμος βρίθει πλέον από αλυσίδες θαυματουργών φροντιστηρίων, που έχουν τον τρόπο να διοχετεύουν τα ανώτερα πιστοποιητικά σε όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές τους, όσο «γκάου» και αν είναι (Λιζέτα Βρανά, Απόλυτο Κακό (Βιβλίο Έκτο), Έσχατη Φρίκη, 2016)
Ετυμολογία
γκάου < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →