γκέγκε
•
- ιδιωματικόέκφραση που συνήθως χρησιμοποιείται ερωτηματικά: «κατάλαβες;», «εντάξει;», «το'πιασες;», «έγινα αντιληπτός;» Βικιλεξικό
- Κλείσαμε! είπε ο Μενέλαος. Εγώ βασικά θα περάσω να πάρω την Ιφιγένεια και την Αρετή που δεν έχουν αυτοκίνητο και θα βρεθούμε όλοι εκεί στις εννιά. Γκέγκε; (Μαίρη Κόντζογλου, Περπάτα με τον άγγελό σου, Εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- ... Αυτά τά ωραία από τόν τόπο πού ανθεί ή φαιδρά πορτοκαλέα. Καταλαβίγκος τό λοιπόν φίλοι μου; Γκέγκε ή νούκου γκέγκε; (ArgolidaMagazine, 25/5/2022 https://www.argolidamagazine.gr/2022/05/blog-post_227.html)
Ετυμολογία
γκέγκε < (άμεσο δάνειο) αρβανίτικη gjegje (απάντηση / υπακοή) < gjegj (απαντάω / υπακούω) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →