γκέισα
•
- επάγγελμαΓιαπωνέζα, ειδικά εκπαιδευμένη στην παραδοσιακή τελετουργία του τσαγιού, το τραγούδι και τον χορό, που κρατάει συντροφιά σε άντρες και τους διασκεδάζει, δεν είναι όμως ιερόδουλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκέισα < (άμεσο δάνειο) αγγλική geisha < ιαπωνική 芸者 (geisha) (芸=τέχνες του θεάματος, 者=άνθρωπος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκέισα | γκέισες |
| Γενική | γκέισας | γκεισών |
| Αιτιατική | γκέισα | γκέισες |
| Κλητική | γκέισα | γκέισες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →