γκέμι
•
- το χαλινάρι Βικιλεξικό
- "Ευχαριστώ!Ευχαριστώ!" και μ' ένα πήδημα σάλταρε στο κάρο, πήρε τα γκέμια, σήκωσε το καμουτσίκι (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, [μυθιστόρημα], 1946)
Ετυμολογία
γκέμι < (άμεσο δάνειο) τουρκική gem (ίσως < (…) < αρχαία ελληνική κημός) (πιθανό αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκέμι | γκέμια |
| Γενική | γκεμιού | γκεμιών |
| Αιτιατική | γκέμι | γκέμια |
| Κλητική | γκέμι | γκέμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →