γκέτο
•
- εβραϊκή συνοικία, συνοικία όπου οι Εβραίοι ήταν υποχρεωμένοι να ζουν Βικιλεξικό
- μεταφορικάμέρος μιας πόλης όπου κατοικεί μειονότητα, συνήθως υποβαθμισμένη οικονομικά Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκατάσταση απομόνωσης από τον εξωτερικό κόσμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκέτο < γερμανική Ghetto / Getto < βενετική ghèto / ιταλική ghetto < (ίσως) borghetto, υποκοριστικό του borgo (χωριό)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →