Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκίμπαλ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νεολογισμόςσυσκευή που εξουδετερώνει τους κραδασμούς και κρατά στην επιθυμητή οριζόντια, κάθετη ή άλλη θέση μια συσκευή (πυξίδα, φωτογραφική μηχανή κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γκίμπαλ < αγγλική gimbal < παλαιά γαλλική jumel (δίδυμος) < λατινική gemellus (δίδυμος) < geminus

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →