γκίμπαλ
•
- νεολογισμόςσυσκευή που εξουδετερώνει τους κραδασμούς και κρατά στην επιθυμητή οριζόντια, κάθετη ή άλλη θέση μια συσκευή (πυξίδα, φωτογραφική μηχανή κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκίμπαλ < αγγλική gimbal < παλαιά γαλλική jumel (δίδυμος) < λατινική gemellus (δίδυμος) < geminus
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →