Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκίνια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η συνεχής κακοτυχία (ιδίως στην χαρτοπαιξία) Βικιλεξικό
    • Στίχος τραγουδιού, Σταμάτης Κραουνάκης, Τα λεφτά

Ετυμολογία

γκίνια < (άμεσο δάνειο) ιταλική ghigna < γαλλική guigne → δείτε και τα ρήματα: ιταλική ghignare, ιταλική guigner

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγκίνιαγκίνιες
Γενικήγκίνιας—
Αιτιατικήγκίνιαγκίνιες
Κλητικήγκίνιαγκίνιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →