γκαβά
•
- υβριστικότα μάτια (σε ένδειξη δυσφορίας, αν κάποιος δε βλέπει κάτι) Βικιλεξικό
- Άνοιξ' τα γκαβά σου να δεις τι γράφει!
Ετυμολογία
γκαβά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου γκαβός στον πληθυντικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκαβά | γκαβά |
| Γενική | — | γκαβών |
| Αιτιατική | — | γκαβά |
| Κλητική | — | γκαβά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →