γκαβίζω
•
- είμαι γκαβός Βικιλεξικό
- αλληθωρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκαβίζω < γκαβός + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γκαβίζω | γκαβίζεις | γκαβίζει | γκαβίζουμε | γκαβίζετε | γκαβίζουν / γκαβίζουνε |
| Παρατατικός | γκάβιζα | γκάβιζες | γκάβιζε | γκαβίζαμε | γκαβίζατε | γκάβιζαν / γκαβίζαν / γκαβίζανε |
| Αόριστος | γκάβισα | γκάβισες | γκάβισε | γκαβίσαμε | γκαβίσατε | γκάβισαν / γκαβίσαν / γκαβίσανε |
| Μέλλοντας | θα γκαβίζω / θα γκαβίσω | θα γκαβίζεις / θα γκαβίσεις | θα γκαβίζει / θα γκαβίσει | θα γκαβίζουμε / θα γκαβίσουμε | θα γκαβίζετε / θα γκαβίσετε | θα γκαβίζουν / θα γκαβίζουνε / θα γκαβίσουν / θα γκαβίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γκαβίσει | έχεις γκαβίσει | έχει γκαβίσει | έχουμε γκαβίσει | έχετε γκαβίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γκαβίσει | είχες γκαβίσει | είχε γκαβίσει | είχαμε γκαβίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γκαβίσει / να γκαβίζω / να γκαβίσω | να έχεις γκαβίσει / να γκαβίζεις / να γκαβίσεις | να έχει γκαβίσει / να γκαβίζει / να γκαβίσει | να έχουμε γκαβίσει / να γκαβίζουμε / να γκαβίσουμε | να έχετε γκαβίσει / να γκαβίζετε / να γκαβίσετε | να γκαβίζουν / να γκαβίζουνε / να γκαβίσουν / να γκαβίσουνε |
| Προστακτική | — | γκάβιζε / γκάβισε | — | — | γκαβίζετε / γκαβίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →